BoltRead

Φθινόπωρο

by Kostantinos Chatzopoulos

el · ~170 min at 250 WPM

Σ’ ένα επαρχιακό αρχοντικό, καθώς το φθινόπωρο σκεπάζει τον κήπο και τα κοκκινισμένα φύλλα, η Ευανθία επιστρέφει κοντά στην οικογένεια και ξυπνά μέσα στον Στέφανο ένα αίσθημα που δεν τολμά να ομολογηθεί. Δίπλα του η Μαρίκα, η σύζυγός του, κεντά σιωπηλή, ενώ η άρρωστη μητέρα της παρακολουθεί ανήσυχη και η γιαγιά κινείται ανάμεσά τους. Κάτω από τις καθημερινές κουβέντες και τις μικρές χειρονομίες κρύβεται μια ένταση που μεγαλώνει· οι ήρωες αγαπιούνται, υποψιάζονται και πληγώνονται χωρίς ποτέ να λένε όσα νιώθουν, παγιδευμένοι σ’ έναν κόσμο που σβήνει αργά.

Το «Φθινόπωρο» είναι έργο-σταθμός του ελληνικού συμβολισμού: η εξωτερική φύση, το φως, ο άνεμος και η εποχή που φθίνει καθρεφτίζουν τις εσωτερικές διαθέσεις των προσώπων. Ο Χατζόπουλος αποτυπώνει τη ματαίωση, την παρακμή και την αδυναμία της επικοινωνίας με υπαινικτικό, μουσικό λόγο. Μένει επίκαιρο γιατί μιλά για τον ανεκπλήρωτο πόθο, τον χρόνο που χάνεται και τη σιωπή που χωρίζει τους ανθρώπους.

Read this book

How it begins

Η κυρία Κατίγκω ξαναπροχώρησε∙ η όψη του παππού παρουσιάστηκε στο άλλο παράθυρο. Η κυρία Κατίγκω έπιασε το κλαδί μιας ροδοδάφνης που ήταν εμπρός στη σκάλα∙ όπως το έπιασε το μάδησε. Μέσα η κυρία Αγλαΐα άκουσε τις παντούφλες της γιαγιάς που σύρθηκαν. - Ποιος είναι μέσα; ρώτησε η κυρία Κατίγκω. Η γιαγιά είχε κατεβεί τη μισή σκάλα. - Ποιος είναι μέσα; είπε σιγότερα η κυρία Κατίγκω και κοκκίνισε. Είχε ανεβεί κι αυτή δυο σκαλοπάτια. - Τι στέκεσαι; είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω ξανακοκκίνισε. Τα μάτια του παππού σα να τρυπούσαν πίσω της το τζάμι. Πήδησε τα σκαλιά, έδωσε το χέρι της γιαγιάς και ανέβηκαν μαζί τη σκάλα. Η υπηρέτρια έτρεξε στην πόρτα. - Μέσα η κυρία ησύχασε, είπε φωναχτά. Η κυρία Κατίγκω γύρισε στη γιαγιά. Η γιαγιά δεν της άφησε το χέρι. - Έλα, έλα, είπε και την έσυρε κοντά της μέσα. *** Πέρασαν στην τραπεζαρία. Η Ευανθία έτρεξε στην πόρτα, και η κυρία Κατίγκω την άρπαξε στην αγκαλιά: - Να σε χαρώ! - Δες την πως έγινε, είπε η γιαγιά. Η κυρία Κατίγκω έκλαιε. Η Μαρίκα κοίταξε το Στέφανο. - Η μητέρα σου, είπε σιγά κι άφησε το κέντημά της στο κάθισμα. Έπειτα σηκώθηκε και ήρθε κ’ έδωσε το χέρι στην κυρία Κατίγκω: - Μαμά, καλημέρα. Η κυρία Κατίγκω τη φίλησε. Ο Στέφανος δεν κινήθηκε από το παράθυρο, όπου ήταν καθισμένος. - Πώς έγινε! ξαναείπε η γιαγιά.

Text from Project Gutenberg, public domain.