BoltRead

Παραμύθι χωρίς όνομα

by Penelope Stephanou Delta

el · ~165 min at 250 WPM

Ένας νέος βασιλιάς, ο Αστόχαστος, παίρνει για γυναίκα τη Βασιλοπούλα Παλάβω και κληρονομεί από τον πατέρα του, τον Συνετό Α', ένα πλούσιο και ακμαίο βασίλειο, το βασίλειο των Μοιρολατρών. Όμως η αδιαφορία, η οκνηρία και η κακοδιοίκηση του βασιλικού ζευγαριού ρημάζουν με τα χρόνια τον τόπο: τα κάστρα γκρεμίζονται, τα χωράφια ερημώνουν, ο λαός πεινά και ξεχνά ακόμα και την έννοια της δουλειάς. Μέσα σ' αυτή την παρακμή, ο μικρός πρίγκιπας με τα ονειροπόλα μάτια ξεκινά να ανακαλύψει την αλήθεια για τη χώρα του και να την ξυπνήσει.

Πρόκειται για ένα αλληγορικό παραμύθι που μιλά για την ευθύνη, την εργατικότητα και την αγάπη για την πατρίδα. Πίσω από τη μορφή του παιδικού μύθου κρύβεται ένα βαθιά πατριωτικό μήνυμα: ότι η μοιρολατρία και η αδράνεια καταστρέφουν τον τόπο, ενώ η θέληση, η αξιοπρέπεια και η δράση μπορούν να τον αναγεννήσουν. Γι' αυτό και παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα και διαχρονικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας για μικρούς και μεγάλους.

Read this book

How it begins

- Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ήλθε η ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια σου την κυβέρνηση του Κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις σαν καλός βασιλιάς. Κι έστειλε τον αρχικαγκελάριό του στο γειτονικό βασίλειο, να ζητήσει την όμορφη Βασιλοπούλα Παλάβω, για τον Αστόχαστο, το γιο του Συνετού Α', Βασιλιά των Μοιρολατρών. Έγινε ο γάμος με χαρές και ξεφαντώματα, και λίγες μέρες αργότερα, αφού ευλόγησε τα παιδιά του, ο γερο-Συνετός τους άφησε χρόνια, και ο Αστόχαστος στέφθηκε Βασιλιάς. Όλα φαίνουνταν ρόδινα και ζηλευτά για το νέο ζευγάρι. Τα φλουριά ξεχειλούσαν από τα σεντούκια του γερο-Συνετού· κάστρα γερά και γεμάτα στρατιώτες τειχογύριζαν το βασίλειο· το λαμπρό παλάτι, χτισμένο ψηλά σ' ένα κατάφυτο βουνό, δέσποζε τη χώρα όπου ζούσαν με άνεση οι πολίτες· δρόμοι φαρδείς και καλοστρωμένοι ένωναν το βασίλειο των Μοιρολατρών με όλα τα γειτονικά βασίλεια. Παντού χαρά και καλοπέραση. Και όπου γύριζε το μάτι του ο νέος βασιλιάς, από πάνω από τον ψηλό πύργο του παλατιού του, έβλεπε απέραντα χωράφια σπαρμένα, ρεματιές και λαγκάδια κατάφυτα, χώρες και χωριά με παστρικά όμορφα σπιτάκια, βουνά δασωμένα και λιβάδια καταπράσινα. Αμέτρητες αγελάδες έβοσκαν συντροφικά με κοπάδια αρνιά και κατσίκες. Και σα μερμήγκια δούλευαν οι χωρικοί τη γη, άρμεγαν τις αγελάδες, κούρευαν τα πρόβατα και μετέφερναν γεννήματα και καρπούς στη χώρα, όπου τα πουλούσαν. Πέρασαν χρόνια πολλά.

Text from Project Gutenberg, public domain.